Η ανακοίνωση της Δημοτικής Αρχής για τον διαγωνισμό ύψους 1.000.000€ που αφορά τη συντήρηση του πρασίνου, παρουσιάζεται ως μια «τομή» που βάζει τέλος στην προχειρότητα. Ωστόσο, κάτω από την επικοινωνιακή βιτρίνα της «διαφάνειας» και του «σχεδιασμού», αναδύονται σοβαρά ερωτήματα για το μοντέλο διοίκησης που επιλέγεται και το πραγματικό κόστος για τον δημότη.
1. Ιδιωτικοποίηση με «χρυσό» περιτύλιγμα Η «ξεκάθαρη πολιτική επιλογή» στην οποία αναφέρεται ο Δήμαρχος δεν είναι άλλη από την εκχώρηση μιας βασικής ανταποδοτικής υπηρεσίας σε ιδιώτες. Η παραδοχή ότι εγκαταλείπεται η λογική των προσλήψεων (έστω και δίμηνων) σημαίνει πρακτικά ότι ο Δήμος δηλώνει αδυναμία να οργανώσει τη δική του υπηρεσία πρασίνου. Αντί να επενδύσει σε μόνιμο προσωπικό και δικό του εξοπλισμό –που θα έμεναν ως προίκα στον Δήμο– επιλέγει να δώσει 1 εκατομμύριο ευρώ σε εργολάβους.
2. Το 1.000.000€ και η «λογική του εργολάβου» Παρουσιάζεται ως επένδυση, αλλά στην πραγματικότητα είναι μια δαπάνη που θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί ή να είχε περιοριστεί αν υπήρχε ουσιαστική ενίσχυση της Τεχνικής Υπηρεσίας.
- Πόσο «σχεδιασμό και ευθύνη» υποδηλώνει η δέσμευση ενός τέτοιου ποσού για τα επόμενα 4 χρόνια, τη στιγμή που οι ανάγκες του Δήμου είναι μεταβαλλόμενες;
- Τι εγγυήσεις υπάρχουν ότι ο εργολάβος θα επιδείξει μεγαλύτερο ζήλο από μια οργανωμένη δημοτική υπηρεσία, όταν το κίνητρό του είναι το κέρδος;
3. Η «διαφάνεια» ως άλλοθι για τις αυτονόητες διαδικασίες Η αναφορά στη διαφάνεια και τους «καθαρούς κανόνες» επειδή απλώς υλοποιείται ένας δημόσιος διαγωνισμός, αποτελεί προσπάθεια εντυπωσιασμού με το αυτονόητο. Η διενέργεια διαγωνισμών είναι νομική υποχρέωση, όχι πολιτική παραχώρηση. Το να παρουσιάζεται η τήρηση του νόμου ως «απόδειξη λογοδοσίας» δείχνει μια προσπάθεια να ωραιοποιηθεί η μετάβαση σε ένα μοντέλο που αφαιρεί τον έλεγχο της καθημερινότητας από τα χέρια του Δήμου και τον δίνει σε ιδιωτικά συμφέροντα.
4. Ανταποδοτικές Υπηρεσίες: Ποιος πληρώνει τελικά το μάρμαρο; Η αναβάθμιση των ανταποδοτικών υπηρεσιών μέσω ιδιωτών συχνά οδηγεί σε μελλοντικές αυξήσεις τελών για να καλυφθούν τα εργολαβικά κέρδη. Ο «δημοσιονομικός χώρος» που αξιοποιείται σήμερα, είναι τα χρήματα των δημοτών. Είναι πράγματι υπεύθυνο να ξοδεύεται 1 εκατομμύριο ευρώ σε μια τετραετία για κλαδέματα και κοπή χόρτων, όταν οι υποδομές του Δήμου (π.χ. αγροτική οδοποιία, δίκτυα ύδρευσης) καταρρέουν;
Συμπέρασμα Η «νέα εποχή» στην οποία αναφέρεται η Δημοτική Αρχή μοιάζει περισσότερο με επιστροφή στο μοντέλο του «Δήμου-Πελάτη», όπου ο πολίτης πληρώνει και ο Δήμος απλώς υπογράφει συμβάσεις με τρίτους. Η καθημερινότητα δεν είναι σύνθημα, αλλά η διατήρηση της αυτοτέλειας του Δήμου είναι η πραγματική ευθύνη. Το έργο που ανακοινώθηκε μπορεί να εξασφαλίσει κομμένα χόρτα, αλλά ταυτόχρονα «κουρεύει» τις προοπτικές για μια αυτόνομη και ισχυρή δημοτική υπηρεσία πρασίνου.

