Κυβερνητική Προχειρότητα και Συνδικαλιστική Οπισθοδρόμηση: Το Δίλημμα της Αγροτικής Ανάπτυξης
Γράφει ο Χρήστος Δημητριάδης
Όταν οι αγρότες βρίσκονται επί 18 ημέρες στα μπλόκα και στους δρόμους για να διαμαρτυρηθούν για την κατάφορη αδικία βέβαια που υπέστησαν να μην πάρουν ούτε τα οφειλόμενα ποσά και ενώ διαπίστωναν μάλιστα ότι το πρόβλημα διαχρονικά βρίσκεται στον εκσυγχρονισμό και στην παραγωγικότητα για να μειωθεί το κόστος παραγωγής, θα περιμέναμε τουλάχιστον στα αιτήματα τα οποία έθεσαν προς τον πρωθυπουργό, ένα ποσοστό εξ αυτών να αναφέρεται στο μέλλον της γεωργίας.
Αλλά δεν το είδαμε, εκτός φυσικά από το κόστος της μείωσης παραγωγής που το εστιάζουν όμως στο αφορολόγητο πετρέλαιο στη μάνικα και στο ηλεκτρικό. Μάλλον φαίνεται όμως ότι υπερίσχυσε τελικά η νοοτροπία και η στάση τουλάχιστον στα βασικά αιτήματα που έθεσαν οι πιο σκληροί αγροτοσυνδικαλιστές της Λάρισας.
Που συμπεριέλαβαν μεταξύ των αιτημάτων και κάποια που ούτε καν μπορούν να συζητηθούν σε μία ελεύθερη αγορά. Γιατί δεν μπορεί να καταλάβει κάποιος τι εννοούν ότι θα πρέπει να υπάρχουν κατώτερες εγγυημένες τιμές στα προϊόντα. Τις οποίες άραγε ποιος θα τις εγγυάται και ποιος και θα τις πληρώνει σε μία ελεύθερη αγορά;
Επίσης αντιλαμβανόμαστε ότι η μείωση του κόστους παραγωγής σημαίνει από την πλευρά της κυβέρνησης και περισσότερα έργα υποδομών, ή ακόμα μία μορφή επιδοματικής στήριξης όσον αφορά το κόστος της ενέργειας, του πετρελαίου και του ηλεκτρικού ρεύματος.
Για αυτό και ο υπουργός εστίασε περισσότερο σε αυτά στην απάντηση του, υποσχόμενος αόριστα βέβαια παρεμβάσεις στο κόστος παραγωγής, ενέργεια και καύσιμα στην αντλία και αλλαγές στον ΕΛΓΑ, δεσμευόμενος ότι υπάρχουν και περιθώρια για διάλογο σε πολλά αιτήματα. Πάντως δεν έπεισε με αυτά τα μέτρα και τα μπλόκα συνεχίζονται.
Ανεφάρμοστο όμως είναι στην παρούσα φάση και το αίτημα να εξυγιανθεί ο ΟΠΕΚΕΠΕ που επαναφέρουν οι αγρότες και να μην περάσει στην ΑΑΔΕ, γιατί ουδείς μπορεί να εγγυηθεί πλέον πως θα υπάρξει ένας αξιόπιστος ελεγκτικός μηχανισμός στον οργανισμό, που απέτυχε παταγωδώς.
Όταν όλοι γνωρίζουν ότι αν ψάξουν οι έλεγχοι σε βάθος χρόνου ακόμα και από τη δεκαετία του 80 θα διαπιστώσουν στην κατανομή των αγροτικών επιδοτήσεων πολλά …λαβράκια μικρότερης ίσως μορφής σε σχέση με αυτά τα οποία παρουσιάστηκαν την τελευταία περίοδο, που ελέγχθηκε από την ευρωπαϊκή εισαγγελία.
Σαφώς όμως θα πρέπει να καταβληθούν τα χρήματα που οφείλει κυβέρνηση από επιδοτήσεις και αποζημιώσεις, γιατί ακριβώς δεν είναι δικά της, αλλά πρόκειται για ευρωπαϊκά κονδύλια. Και ίσως πρέπει να δοθούν και στη δημοσιότητα τα ονόματα αυτών που καταχράστηκαν χρήματα από τον ΟΠΕΚΕΠΕ, όπως ζητάνε οι αγρότες.
Είναι δίκαια δηλαδή τα περισσότερα αιτήματα τους, αλλά η παλιά φρουρά των μπλόκων της Λάρισας με τις νοοτροπίες του παρελθόντος, δεν τους αφήνει το περιθώριο να αντιληφθούν και οι ίδιοι βέβαια, ότι αν δεν εξυγιανθεί ο πρωτογενής τομέας στην Ελλάδα, τα προβλήματα θα παραμείνουν και θα αυξάνονται σταδιακά.
Η εξυγίανση φυσικά θα πρέπει να γίνει και με την βοήθεια της ελληνικής πολιτείας και των ευρωπαϊκών προγραμμάτων, για να περάσουν σε μία άλλη μορφή αγροτικής ανάπτυξης. Γιατί το υπάρχον αυτό μοντέλο μελλοντικά είναι θνησιγενές και δεν είναι βιώσιμο σε ένα περιβάλλον σκληρού διεθνούς ανταγωνισμού, αφού το βαμβάκι και το σιτάρι καθορίζονται οι τιμές τους στο διεθνές χρηματιστήριο.
Άρα λοιπόν εκτιμούμε ότι οι ίδιοι οι αγρότες θα έπρεπε να ζητήσουν την εξυγίανση όλων των ελεγκτικών μηχανισμών, για να απολαμβάνουν κι όλα τα οφέλη που προκύπτουν μέχρι στιγμής τουλάχιστον, γιατί ουδείς γνωρίζει τι θα γίνει στο μέλλον, των ευρωπαϊκών επιδοτήσεων, τα οποία είναι πολύ μεγάλα ποσά για να στηριχθούν οι αγροτικές καλλιέργειες και να μείνουν εν ζωή οι υπάρχουσες αγροτικές επιχειρήσεις.
Επίσης εντός της εβδομάδας θα πρέπει να προσμετρηθεί και το κόστος και οι επιπτώσεις πλέον των κινητοποιήσεων αυτών στο εμπόριο, στην αγορά, στον τουρισμό και στις εξαγωγές, ώστε να μην απολέσουν την ευρεία στήριξη της κοινωνίας που είναι με το μέρος τους.
Ήδη βλέπουμε συνδέσμους βιομηχάνων και επιμελητήρια Αθήνας και Θεσσαλονίκης να ζητούν να φύγουν από τα μπλόκα και να κάνουν διάλογο, υπερβάλλοντας βέβαια και στα στοιχεία που δίνουν για τις ζημιές στον κλάδο τους. Είναι τα πρώτα σημάδια αντιδράσεων.
Και ενδεχομένως αν συνεχιστεί η ίδια κατάσταση και ενταθούν οι κινητοποιήσεις με κλείσιμο δρόμων και παράδρομων θα υπάρξουν και άλλες αντιδράσεις από παραγωγικούς φορείς, την αγορά και τους απλούς πολίτες, αν δυσκολευτεί κατά πολύ η μετακίνηση τους στις γιορτές.
Μένει λοιπόν αφού δεν ικανοποιήθηκαν από τις απαντήσεις και τις δεσμεύσεις του υπουργού για να σταματήσουν τα μπλόκα μέσα στην εβδομάδα να γίνει είτε μια συνάντηση με τον πρωθυπουργό, ή να οριστούν και να διευκρινιστούν πλήρως τα μέτρα στήριξης και όχι με γενικόλογες υποσχέσεις.
Η κυβέρνηση ήδη έλαβε τα μηνύματα, τα επεξεργάζονται όπως γνωρίζουμε, αλλά αδυνατούν να ανακοινώσουν ένα πλήρες σχέδιο στήριξης και να καταλήξουν σε έναν σχεδιασμό για την επόμενη μέρα στον πρωτογενή τομέα υπό πίεση.
Γιατί δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι είμαστε σχεδόν η μόνη χώρα στην ΕΕ που δεν έχει μακροπρόθεσμα, αλλά και βραχυπρόθεσμα ακόμα πλάνα και προγράμματα από πλευράς αρμόδιου υπουργείου, που θεωρεί ότι διατηρεί την ύπαρξη του για κάποιες διαπραγματεύσεις στις Βρυξέλλες και την κατανομή των επιδοτήσεων.
Ένα υπουργείο που δεν προσπαθεί να πετύχει την επισιτιστική και διατροφική επάρκεια στη χώρα από τον πρωτογενή τομέα και αυτό είναι αδιανόητο για μία χώρα όπως είναι η Ελλάδα, που διαθέτει όλα τα συγκριτικά πλεονεκτήματα.
Συνεπώς θα πρέπει να βρεθεί η χρυσή τομή και οι ισορροπίες εκείνες ώστε και να ικανοποιηθούν τα δίκαια αιτήματα των αγροτών, αλλά συγχρόνως η πολιτεία από την πλευρά της να αναλάβει πλήρως τις ευθύνες της. Και να μην ποντάρει στα κοινωνικά αντανακλαστικά και να φέρει σε αντιπαράθεση τους αγρότες με άλλες επαγγελματικές ομάδες και πολίτες, γιατί έτσι τα μπλόκα θα παραμείνουν και μέσα στις γιορτές. Ας λύσει και γρήγορα μάλιστα η κυβέρνηση το γρίφο. Κι όλα γίνονται στο σωστό τους χρόνο.
Είναι ξεκάθαρο πλέον ότι η κυβέρνηση έχασε το πλεονέκτημα ενός σοβαρού διαλόγου που θα μπορούσε να κάνει από την αρχή των κινητοποιήσεων και άργησε πολύ να εκτιμήσει το πρόβλημα. Επέμενε στην γνωστή λογική, ότι είμαστε η κυβέρνηση που δώσαμε περισσότερα στους αγρότες και υπόσχονταν ότι θα πάρουν περισσότερα.
Η προχειρότητα που επέδειξαν να μη δώσουν έγκαιρα αυτά που όφειλαν στους αγρότες και με τις περικοπές που υπήρχαν τους ανάγκασαν να βγουν στους δρόμους. Και με τις καθυστερήσεις να ανοίξουν από την αρχή τον διάλογο απώλεσαν και την αξιοπιστία αλλά και το κλίμα εμπιστοσύνης που θα έπρεπε να κτίσουν έγκαιρα. Ενώ τώρα προσπαθούν που έφτασε ο κόμπος στο χτένι, να λύσουν το πρόβλημα, που το άφησαν να διογκωθεί.

